29.12.24

Αγαπητή, Λαβίνια

Αγαπητή, Λαβίνια.

Θα ήθελα να εξετάσουμε τον χορό των μασκών όπως θα εξετάζαμε μια γλώσσα: ο χορός αποκαλύπτει ένα νόημα, δέσμιο της ορατής παράστασής του, ικανό να περισυλλέξει εντός του τη σειρά των προγενέστερων, στρωματοποιημένων εκφράσεων της μάσκας καθώς και των υποδηλώσεων του κουστουμιού. Η σύγκριση δεν αφορά μονάχα την ανάλυση του χορού, της μάσκας ή των κουστουμιών, αλλά και τη γλώσσα, διότι η γλώσσα, υπό τα λεγόμενα της, συναρμοσμένα με ολοκληρωμένα νοήματα, η γλώσσα, της οποίας οι λέξεις ζουν μια βουβή ζωή όπως το απαιτεί η πλάγια ή έμμεση σημασία τους έχει παρόλα αυτά την τάση να πλανάται και να διαφεύγει. Η διαφάνεια της γλώσσας, η φαινομενική της ιδιότητα να εξάγει το  νόημα από τα σημεία, να συνοψίζει και να περικλείει μια πλήρη εκφραστική εξέλιξη σε μια ενιαία πράξη αποτελεί παράδειγμα μιας συσσωρευτικής φύσης, η οποία εν τέλει δεν είναι παρά το υψηλότερο σημείο μιας σιωπηρής και υπονοούμενης κορυφής της ίδιας της κατασκευής. 

Ένα λογοτέχνημα δεν ενεργεί διαφορετικά απ’ ότι το θέατρο, ο χορός ή η ζωγραφική. Είναι ένα έργο υπαινιγμού, ένα κουστούμι, μια μεταμφίεση. Μπορούμε να διηγηθούμε το θέμα ενός βιβλίου όπως και αυτό μιας χορογραφίας ή ενός πίνακα, όμως οι αρετές αυτών των έργων δεν βρίσκονται στο θέμα. Αυτό που μετράει δεν είναι τόσο ότι η Λαβίνια Σούλτς έζησε σε δύσκολες συνθήκες ούτε το γεγονός ότι αυτοκτόνησε, αλλά, μετά από αυτά, η σιωπή, αυτός ο ιριδισμός του ονείρου, αυτή η βεβαιότητα χωρίς στοχασμό, αυτή η αιώνια απόφαση, όμως αυτό δεν λέγεται πουθενά. 

Σωρεύοντας και συμπυκνώνοντας τον χρόνο η συγγραφέας κατορθώνει να εισδύσει σε εσένα και απεικονίσει μέσα στο φαντασιακό της τις μάσκες, τα κουστούμια, τα εμπόδια, τα τυχαία περιστατικά. Η συγγραφέας-Λαβίνια παρακινούμενη από τους ρυθμούς του ίδιου της του θυμού ή του θυμικού δίνει απροσδόκητα ένα φανταστικό σώμα σε εκείνην και τους άλλους, μια φανταστική ύπαρξη, ωστόσο πιο ζωντανή από το ίδιο σου/της το σώμα, για να κάνεις σαν μια δεύτερη ζωή το ταξίδι σου/της με ένα ρυθμό έντονου πάθους, διακρίνοντας το ορατό από το αόρατο, αυτό που πρέπει να ειπωθεί και αυτό που πρέπει να αποσιωπηθεί. Διότι, αγαπητή, και διόρθωσέ με να κάνω λάθος, η γλώσσα δεν είναι μονάχα μέσο την υπηρεσία ενός εξωτερικού σκοπού, αλλά εμπεριέχει την ηθική της, τον τρόπο χρήσεώς της, το όραμά της του κόσμου. Αυτή η ζωντανή χρήση της γλώσσας είναι συνήθως το αντίθετο του φορμαλισμού, και μιας λογοτεχνίας «θεμάτων». Πράγματι, μια γλώσσα που δεν θα γύρευε παρά να εκφράσει τα ίδια τα πράγματα, θα εξαντλούσε τις δυνατότητές της σε εκφράσεις γεγονότων. Αντίθετα μια γλώσσα που δίνει τη δική της άποψη για τα πράγματα, που τους δίνει μια λάμψη, εγκαινιάζει μια συζήτηση που παραμένει ανοιχτή, προκαλεί την ίδια την έρευνα, κάνει δυνατό το απόκτημα. 

Αυτό που είναι αναντικατάστατο σε ένα έργο τέχνης – αυτό που το κάνει όχι μόνο ευκαιρία για ευχαρίστηση, αλλά όργανο του πνεύματος,– είναι ότι μας παρέχει εμβλήματα των οποίων ποτέ δεν θα πάψουμε να αναπτύσσουμε το νόημα και γι’ αυτό μας εγκαθιστά σε έναν κόσμο του οποίου δεν έχουμε το κλειδί, μας μαθαίνει να βλέπουμε και μας κάνει να σκεφτόμαστε όπως κανένα αναλυτικό έργο δεν μπορεί. Αυτό λοιπόν που είναι ριψοκίνδυνο στη λογοτεχνία είναι αυτό που είναι διφορούμενο και είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για να έχουμε μια γλώσσα κατακτητική, που δεν περιορίζεται να εκφράσει αυτό που ήδη ξέραμε, αλλά μας οδηγεί σε νέες εμπειρίες, και μας βγάζει από τις προκαταλήψεις μας. Δεν θα βλέπαμε ποτέ ένα νέο τοπίο αν δεν είχαμε τα μάτια μας, το μέσο να συλλαμβάνουμε, να ερευνούμε και να δίνουμε μορφή σε σχήματα χώρου. Κι αυτή, αγαπητή, δεν είναι η φύση του χορού; Να απαιτεί το βλέμμα δίνοντας ως αντάλλαγμα μορφή στον χώρο;

[Εμπνευσμένο από το «Λαβίνια Σουλτς» της Γεωργίας Διάκου, εκδόσεις Θράκα / η φωτογραφία απεικονίζει ένα χορογραφικό σχέδιο της Σουλτς για ένα έργο με τίτλο «Τέσσερις κινήσεις της νεκρής γυναίκας», 1921] 

20.9.24

Fernando Iwasaki #1


Στα αριστοτεχνικά γραμμένα μικροδιηγήματα του Φερνάντο Ιγουασάκι, χιλιόχρονες δοξασίες μπλέκονται με αστικούς μύθους και θρησκευτικές παραδόσεις με εξωτικούς θρύλους, προκαλώντας μέσα σε ελάχιστες σειρές μια ολόκληρη γκάμα συναισθημάτων από την ανατριχίλα και την αηδία, ώς το φόβο ή ακόμη και το γέλιο.  Ανθρωποφάγες καλόγριες, ζόμπι, νεκρά μωρά, σατανικά παιδιά, φαντάσματα, βρικόλακες και πλάσματα άγνωστης προέλευσης, είναι μερικά μόνο από τα όντα που στήνουν χορό σ’ αυτό το βλάσφημο και μακάβριο γαϊτανάκι. Οι σύντομες αυτές ιστορίες, συχνά αναμνήσεις και βιώματα από τις τρομακτικές αφηγήσεις της θρησκόληπτης γιαγιάς του Περουβιανού συγγραφέα οι οποίες σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια, αναβιώνουν σε μεγάλο βαθμό τα ήθη και τα τελετουργικά της γενέτειράς του, Λίμα. Πρόκειται για μια σχολαστική εργασία διάσωσης και ανάκτησης εκείνων των ιστοριών που είχαν μεγαλύτερο αντίκτυπο στην κοινωνία. Τα περισσότερα από αυτά τα ανέκδοτα επεισόδια έχουν μυθικό ή φανταστικό χαρακτήρα, αλλά ο επιδέξιος συγγραφέας τα παντρεύει παιγνιωδώς με ένα πλήθος από αναφορές στη λαϊκή κουλτούρα, τη γοτθική λογοτεχνία ή την ιστορία των θρησκειών και των πολιτισμών, δημιουργώντας ένα άκρως πρωτότυπο και διασκεδαστικό κράμα λογοτεχνίας τρόμου και ιστοριογραφίας, μια ανθολογία από σαρκαστικά και αιρετικά «άνθη του κακού».

W.C

Ήταν το πρώτο βενζινάδικο μετά από πολλά χιλιόμετρα και αναστέναξα ανακουφισμένος γιατί τα άντερά μου διαλύονταν από τους σφάχτες. Ένας άντρας χωρίς βλέφαρα μου υπέδειξε ένα διάδρομο που χανόταν μες στο σκοτάδι και κατά κει κατευθύνθηκα ακροπατώντας από πλακάκι σε πλακάκι σαν σχοινοβάτης που δεν θέλει να ανακαλύψει το κοινό ότι φοράει ξηλωμένο κολάν. Στην τουαλέτα δεν υπήρχε καθρέφτης, ούτε φως και το πλατσούρισμα των ποδιών μου μαρτυρούσε πως το πάτωμα ήταν καλυμμένο το λιγότερο δυο-τρία δάχτυλα από ένα ακαθόριστο υγρό. Το πρώτο χαρτί το ξόδεψα καθαρίζοντας στα τυφλά τη λεκάνη. Κάνοντας μεταβολή κλότσησα κάτι σαν κράνος μηχανής κι έκατσα σηκώνοντας τα μπατζάκια μου για να μην βραχούν.

Η αίσθηση ανακούφισης και ικανοποίησης δεν κράτησε παρά λίγα δευτερόλεπτα γιατί κάποιος απ’ έξω γύρισε το κλειδί της πόρτας. Ο νους μου πήγε στο αυτοκίνητο και το φορητό υπολογιστή που είχα στο πίσω κάθισμα. Στη σκέψη μου ήρθε ο άντρας χωρίς βλέφαρα φορώντας τις μεταξωτές μου γραβάτες. Αυτά σκεφτόμουν όταν ένα υγρό βουητό ανέβλυσε από τα σπλάχνα του υπονόμου.

Καθισμένος στη λεκάνη ένιωσα κάτι γοργό και ασυγκράτητο ν’ ανεβαίνει από τις σωληνώσεις. Τα νύχια του κροτάλιζαν στο μέταλλο και οι ρουφηξιές του πλάσματος αυτού ήταν τόσο έντονες όσο το χτύπημα απ’ τα σαγόνια του. Το δεύτερο χαρτί μού έπεσε μέσα σ’ εκείνη την παχύρρευστη λίμνη.  Σηκώθηκα και πήγα προς την πόρτα κρατώντας ακόμα το παντελόνι μου όταν κάτι βγήκε από τη λεκάνη με την ορμή φώκιας σε ρωσικό τσίρκο.  Έπεσα μπρούμυτα στο πάτωμα.

Η αίσθηση αηδίας ήταν εντονότερη απ’ τις δαγκωματιές. Με το τρίτο χαρτί καθάρισα το στόμα μου. Το κράνος της μηχανής είχε δυο κόγχες κενές.

 

Η φρίκη των ονείρων

Υπάρχουν εφιάλτες που δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ και γερνάνε μαζί μας, προσθέτοντας στον πρωτογενή τρόμο τους φόβους των γηρατειών, τις πληγές του έρωτα και τον πόνο της εμπειρίας. Μικρός ονειρευόμουν ότι με κυνηγούσε ένας άνδρας με τα χέρια στις τσέπες και ότι αυτά τα χέρια πρόδιδαν την τερατώδη του φύση: πόδια κοτόπουλου, δάχτυλα από σκουλήκια ή σαν παραμορφωμένα σίδερα. Με τα χρόνια ο άντρας αυτός άλλαξε πολλές φορές όψη, τρομάζοντάς με εκ νέου με την παλιά του φρίκη. Άλλος εφιάλτης είναι αυτός της γυναίκας που γελάει κάτω από μια κινέζικη μάσκα. Μικρός με τρομοκρατούσε να μην ξέρω ποια ήταν και τώρα μεγάλος με αναστατώνει που υποψιάζομαι ποια είναι. Ο χειρότερος όμως είναι αυτός του λεπροκομείου: όταν ήμουν μικρός κατέβαινα στη σπηλιά για να βοηθήσω τον Μπεν Χουρ να βρει τη μητέρα του, φοβούμενος στην πραγματικότητα μήπως ανακαλύψει τη δικιά μου. Τώρα στα όνειρα μου ζητάω από τον Ιούδα Μπεν Χουρ να κατέβει μόνος του, γιατί ξέρω πως η μαμά μου σαπίζει εκεί κάτω και δεν θέλω να βγει έξω.

 

Τελευταία επιθυμία

Οι ετοιμοθάνατοι έχουν φευγαλέες εκλάμψεις διαύγειας που σβήνουν σαν κεριά μέσα στην καταχνιά του θανάτου. Η μαμά πέθανε έτσι, απαριθμώντας τις υποχρεώσεις μου, υπενθυμίζοντας μου τα καθήκοντα μου, υπαγορεύοντας μου σε ποιο συρτάρι βρισκόταν τα χαρτιά της ασφάλειας, σε ποιους είχε δανείσει βιβλία και πάνω απ’ όλα διαμηνύοντας μου να προσέχω πάντα τις αδερφές μου. Η καημένη η μαμά. Το μαρτύριο της ήταν τόσο μεγάλο και ποτέ δεν μας πέρασε από το νου πως την ύστατη στιγμή θα μπορούσε να μας αποχαιρετήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Σταδιακά, βυθιζόταν σε μια οδυνηρή υπνηλία, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τα ονόματα των αδερφών μου. Πήρα το χέρι της και μου είπε πως χαιρόταν που ξανάβλεπε επιτέλους τον πατέρα μου. Ξαφνικά, μου έμπηξε γλυκά τα νύχια της και μου ζήτησε να μην αφήσω ποτέ μόνο του τον Λουισίτο, πως ήταν αρρωστούλης και πως με είχε ανάγκη. Κι έτσι η μαμά πέθανε όπως υποπτευόμουν, φυλάσσοντας τα τελευταία της λόγια για τον καημένο τον Λουισίτο που πέθανε από λευχαιμία όταν ήμασταν παιδιά.

Πήγαμε στο σπίτι της μαμάς να τακτοποιήσουμε τα πράγματά της κι ακούσαμε κλάματα μέσα από την ντουλάπα. Οι αδερφές μου λένε πως είναι δική μου υποχρέωση κι αναγκάστηκα να τον πάρω στο σπίτι. Του αρέσει να παίζει με νάιλον καλσόν και αποξηραμένα πέταλα.

 

Στα επείγοντα

Η σειρήνα του ασθενοφόρου βουίζει ακόμα στ’ αφτιά μου όσο με ανεβάζουν σ’ ένα φορείο, μου κάνουν μια ένεση μ’ ένα ροζ υγρό κι ο κόσμος γύρω μου τρέχει, σαν να βιαζόμουν. Την πρώτη φορά που με έφεραν στα επείγοντα βίωσα με νευρικότητα την πρεμιέρα της χορογραφίας του θανάτου μου, τώρα όμως που μετράμε πια πέντε παραστάσεις έχω αναπτύξει κάτι σαν σκηνική νωθρότητα.

Η ένεση με το ροζ υγρό είναι για να επανέλθουν οι χτύποι της καρδιάς, ο ενδοφλέβιος ορός που μου έβαλαν περιέχει ένα αναλγητικό, η μάσκα που φοράω σκοπό έχει να με αποκοιμίσει και το τζελ με το οποίο μου αλείφουν το στήθος δηλώνει πως πρόκειται να με εγχειρήσουν. Το χειρότερο είναι μετά, όταν ξυπνάω σιγά-σιγά, θυμάμαι τα ονόματα αυτών που έχουν έρθει να με επισκεφτούν, αποδέχομαι τα απομεινάρια του σώματός μου και αποχαιρετώ κόσμο που είχα χρόνια να δω.

Η επιβίωση απαιτεί έναν έστω ελάχιστο ενθουσιασμό. Έναν ενθουσιασμό που δεν έχω πια. Νιώθω τόσο καλά εδώ που δεν σκέφτομαι να δώσω μάχη. Ο θάνατος είναι λευκός.

 

Το παράσιτο

Δεν ήταν ίνωμα, ούτε όγκος, ούτε τριχοθυλάκιο που είχε πάθει μόλυνση, μα ένας ζαρωμένος δίδυμος αδερφός εγκυστωμένος στην πλάτη του σαν ένας μόνιμος και ευχαριστημένος ένοικος. Ίσως να μην έπρεπε να του πω ποτέ τι ήταν και να τον αφήσω να σκέφτεται πως δεν επρόκειτο παρά για μια κοινή μάζα λίπους, αλλά εκείνος ο άνθρωπος μου είχε φανεί έξυπνος και δεν δίστασα να του δείξω εκείνη την ατροφική μικρογραφία του εαυτού του.

Ορισμένοι ασθενείς δεν είναι προετοιμασμένοι για να μάθουν τι έχουν και για να ατενίσουν δίχως προκαταλήψεις το απέραντο τοπίο της ανθρώπινης παθολογίας. Όπως εκείνος ο άνθρωπος που κρατούσε στην αγκαλιά του απαρηγόρητος τον αγέννητο αδερφό του, στον οποίο μέχρι που του έκοψε τα μαλλιά και τα μικροσκοπικά του νυχάκια προκειμένου να βρει έναν αχνό απόηχο, μια μακρινή αντανάκλαση, μια μελαγχολική ομοιότητα. Είμαι επιστήμονας, πώς θα μπορούσα να ξέρω αν είχε αισθήματα ή αν ονειρευόταν;

Δυο μέρες μετά την επέμβαση πέθανε από άγνωστη αιτία. Το παράσιτο επέζησε μια μέρα ακόμη.