Αγαπητή, Λαβίνια.
Θα ήθελα να εξετάσουμε τον χορό των μασκών όπως θα εξετάζαμε μια γλώσσα: ο χορός αποκαλύπτει ένα νόημα, δέσμιο της ορατής παράστασής του, ικανό να περισυλλέξει εντός του τη σειρά των προγενέστερων, στρωματοποιημένων εκφράσεων της μάσκας καθώς και των υποδηλώσεων του κουστουμιού. Η σύγκριση δεν αφορά μονάχα την ανάλυση του χορού, της μάσκας ή των κουστουμιών, αλλά και τη γλώσσα, διότι η γλώσσα, υπό τα λεγόμενα της, συναρμοσμένα με ολοκληρωμένα νοήματα, η γλώσσα, της οποίας οι λέξεις ζουν μια βουβή ζωή όπως το απαιτεί η πλάγια ή έμμεση σημασία τους έχει παρόλα αυτά την τάση να πλανάται και να διαφεύγει. Η διαφάνεια της γλώσσας, η φαινομενική της ιδιότητα να εξάγει το νόημα από τα σημεία, να συνοψίζει και να περικλείει μια πλήρη εκφραστική εξέλιξη σε μια ενιαία πράξη αποτελεί παράδειγμα μιας συσσωρευτικής φύσης, η οποία εν τέλει δεν είναι παρά το υψηλότερο σημείο μιας σιωπηρής και υπονοούμενης κορυφής της ίδιας της κατασκευής.
Ένα λογοτέχνημα δεν ενεργεί διαφορετικά απ’ ότι το θέατρο, ο χορός ή η ζωγραφική. Είναι ένα έργο υπαινιγμού, ένα κουστούμι, μια μεταμφίεση. Μπορούμε να διηγηθούμε το θέμα ενός βιβλίου όπως και αυτό μιας χορογραφίας ή ενός πίνακα, όμως οι αρετές αυτών των έργων δεν βρίσκονται στο θέμα. Αυτό που μετράει δεν είναι τόσο ότι η Λαβίνια Σούλτς έζησε σε δύσκολες συνθήκες ούτε το γεγονός ότι αυτοκτόνησε, αλλά, μετά από αυτά, η σιωπή, αυτός ο ιριδισμός του ονείρου, αυτή η βεβαιότητα χωρίς στοχασμό, αυτή η αιώνια απόφαση, όμως αυτό δεν λέγεται πουθενά.
Σωρεύοντας και συμπυκνώνοντας τον χρόνο η συγγραφέας κατορθώνει να εισδύσει σε εσένα και απεικονίσει μέσα στο φαντασιακό της τις μάσκες, τα κουστούμια, τα εμπόδια, τα τυχαία περιστατικά. Η συγγραφέας-Λαβίνια παρακινούμενη από τους ρυθμούς του ίδιου της του θυμού ή του θυμικού δίνει απροσδόκητα ένα φανταστικό σώμα σε εκείνην και τους άλλους, μια φανταστική ύπαρξη, ωστόσο πιο ζωντανή από το ίδιο σου/της το σώμα, για να κάνεις σαν μια δεύτερη ζωή το ταξίδι σου/της με ένα ρυθμό έντονου πάθους, διακρίνοντας το ορατό από το αόρατο, αυτό που πρέπει να ειπωθεί και αυτό που πρέπει να αποσιωπηθεί. Διότι, αγαπητή, και διόρθωσέ με να κάνω λάθος, η γλώσσα δεν είναι μονάχα μέσο την υπηρεσία ενός εξωτερικού σκοπού, αλλά εμπεριέχει την ηθική της, τον τρόπο χρήσεώς της, το όραμά της του κόσμου. Αυτή η ζωντανή χρήση της γλώσσας είναι συνήθως το αντίθετο του φορμαλισμού, και μιας λογοτεχνίας «θεμάτων». Πράγματι, μια γλώσσα που δεν θα γύρευε παρά να εκφράσει τα ίδια τα πράγματα, θα εξαντλούσε τις δυνατότητές της σε εκφράσεις γεγονότων. Αντίθετα μια γλώσσα που δίνει τη δική της άποψη για τα πράγματα, που τους δίνει μια λάμψη, εγκαινιάζει μια συζήτηση που παραμένει ανοιχτή, προκαλεί την ίδια την έρευνα, κάνει δυνατό το απόκτημα.
Αυτό που είναι αναντικατάστατο σε ένα έργο τέχνης – αυτό που το κάνει
όχι μόνο ευκαιρία για ευχαρίστηση, αλλά όργανο του πνεύματος,– είναι ότι μας
παρέχει εμβλήματα των οποίων ποτέ δεν θα πάψουμε να αναπτύσσουμε το νόημα και γι’
αυτό μας εγκαθιστά σε έναν κόσμο του οποίου δεν έχουμε το κλειδί, μας μαθαίνει να
βλέπουμε και μας κάνει να σκεφτόμαστε όπως κανένα αναλυτικό έργο δεν μπορεί. Αυτό
λοιπόν που είναι ριψοκίνδυνο στη λογοτεχνία είναι αυτό που είναι διφορούμενο
και είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για να έχουμε μια γλώσσα
κατακτητική, που δεν περιορίζεται να εκφράσει αυτό που ήδη ξέραμε, αλλά μας
οδηγεί σε νέες εμπειρίες, και μας βγάζει από τις προκαταλήψεις μας. Δεν θα
βλέπαμε ποτέ ένα νέο τοπίο αν δεν είχαμε τα μάτια μας, το μέσο να
συλλαμβάνουμε, να ερευνούμε και να δίνουμε μορφή σε σχήματα χώρου. Κι αυτή,
αγαπητή, δεν είναι η φύση του χορού; Να απαιτεί το βλέμμα δίνοντας ως
αντάλλαγμα μορφή στον χώρο;
[Εμπνευσμένο από το «Λαβίνια
Σουλτς» της Γεωργίας Διάκου, εκδόσεις Θράκα / η φωτογραφία απεικονίζει ένα χορογραφικό
σχέδιο της Σουλτς για ένα έργο με τίτλο «Τέσσερις κινήσεις της νεκρής γυναίκας»,
1921]